Δεν μου τη δίνει το Indiana Dunes. Μου τη δίνει που αυτοαποκαλείται Εθνικό Πάρκο. Φαντάζομαι κάποιος έπρεπε να δώσει κι ένα Εθνικό Πάρκο στην Ιντιάνα, να νιώθει κι αυτή μέσα στην παρέα. Ακούς «εθνικό πάρκο» και το μυαλό αρχίζει να ετοιμάζεται για κάτι μυθικό: βουνά που σε σκιάζουν, αρχέγονα δάση, τοπία που αλλάζουν από τα θεμέλια τη σχέση σου με τη γεωλογία, τον Θεό και τον εαυτό σου. Μετά φτάνεις και συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι σε μια αρκετά καλούτσικη παραλία κοντά στο Γκάρι της Ιντιάνα.
Ούτε καν μια εντυπωσιακή παραλία. Απλώς μια σταθερή παραλία του Μέσου Δυτικού με ζητήματα δέσμευσης. Μια κάτω από τον μέσο όρο Καλιφορνέζικη. Έχει αμμόλοφους, εντάξει. Λίγο χορτάρι. Κάνα δυο μονοπάτια. Αλλά όλη την ώρα βλέπεις βιομηχανικές καμινάδες να ορθώνονται στο βάθος σαν το πιο αδιάφορο φόντο οθόνης φόρτωσης του κόσμου. Τίποτα δεν σκοτώνει το πνευματικό μεγαλείο της φύσης πιο αποτελεσματικά από το να προσπαθείς να στοχαστείς την αγριότητα ενώ ένα διυλιστήριο χάλυβα αιωρείται σιγανά στον ορίζοντα.
Όλη η εμπειρία έχει μια περίεργη γεύση… ετσι κι έτσι. Σαν το είδος του μέρους όπου ο Μάικλ, από το The Office, λέει: «Ξέρετε, εδώ θα ήταν πολύ καλό σημείο για το εταιρικό πικ-νικ.»
Και κοίτα, αν μένεις εκεί κοντά; Σαφώς και να πας. Περπάτα στην παραλία. Δες τη λίμνη. Πέρνα ένα ωραίο απόγευμα. Αλλά η φράση «εθνικό πάρκο» γεννάει προσδοκίες που αυτό το μέρος απλώς δεν αντέχει. Το να λες το Indiana Dunes εθνικό πάρκο μοιάζει με πληθωρισμό βαθμών για τοπία, σαν DEI για πολιτείες.