Η Κοιλάδα του Θανάτου δεν μοιάζει τόσο με εθνικό πάρκο όσο με περιβαλλοντικό κίνδυνο που έχει και ταμπέλες. Το λέει και τ' όνομά της, κι όμως Ευρωπαίοι ακόμα κλείνουν πτήσεις για τις ΗΠΑ για να πάνε να πεθάνουν εκεί.
Μιλάνε για τη σιωπή και την ερημιά λες και είναι κάτι πνευματικά βαθύ, αλλά μετά από καμιά εξαριά ώρες αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι το τοπίο είναι βασικά όλο και πιο ακριβές εκδοχές του «βράχου». Μπεζ βράχος. Κόκκινος βράχος. Κοφτερός βράχος. Τραγανός βράχος από αλάτι. Εξαιρετικά καυτό χαλίκι. Κάπου στο τρίτο πανοραμικό σημείο θέας το μυαλό σου αρχίζει να κολλάει. Κοίτα, κλείσε απλώς το Wifi στο σπίτι και θα ζήσεις περίπου την ίδια πνευματικά διαφωτιστική εμπειρία.
Και ναι, το ξέρω ότι είναι το πιο καυτό μέρος της Βόρειας Αμερικής. Συγχαρητήρια της για το επίτευγμα. Προσωπικά δεν τρελαίνομαι για προορισμούς στη φύση όπου κάθε ενημερωτική πινακίδα ακούγεται σαν να τη συνέταξε δικηγόρος αστικής ευθύνης.
«Μην επιχειρήσετε αυτή την πεζοπορία μετά τις 10 το πρωί.»
«Να έχετε μαζί σας ένα γαλόνι νερό ανά άτομο.»
«Άνθρωποι έχουν πεθάνει εδώ.»
Τέλεια. Φανταστική διάθεση διακοπών. Έγινε.
Αυτή είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες καταχωρήσεις μου σε αυτή τη σειρά. Δεν έχω πάει. Ούτε χρειάζεται· η φωτογραφία από πάνω τα λέει όλα. Αυτή τη φορά ΝΑ κρίνεις το βιβλίο από το εξώφυλλό του και μείνε μακριά. Το εξώφυλλο, ο τίτλος, η περίληψη, οι κριτικές και η εισαγωγή σού λένε να μείνεις μακριά. Δεν είναι κανονική ζέστη. Ούτε ζέστη «καλοκαιρινής μέρας». Είναι η ζέστη που σε κάνει να καταλαβαίνεις γιατί οι αρχαίοι πολιτισμοί λάτρευαν τον ήλιο. Όχι από αγάπη, από φόβο.
Και το θέμα είναι ότι η Κοιλάδα του Θανάτου όντως εντυπωσιάζει οπτικά, με έναν βάναυσο, εξωγήινο τρόπο. Στο τέλος όμως όλη η εμπειρία αρχίζει να μοιάζει σαν να μπήκες με το αυτοκίνητο, θεληματικά, στον μεγαλύτερο υπαίθριο φούρνο του κόσμου μόνο και μόνο για να κοιτάξεις βράχους και να πεθάνεις. Κοιλάδα του Θανάτου τη λένε, όχι «Κοιλάδα οι Καλύτερες Διακοπές της Ζωής μου». Πήγαινε αν θες, εγώ δεν πάω.