Βραβείο «Συγχαρητήρια για την Εξαιρετικά Ακριβή Σου Κενότητα»: Ντενάλι
Το Ντενάλι μοιάζει λιγότερο με επίσκεψη σε εθνικό πάρκο και περισσότερο με προσπάθεια να κλείσεις ραντεβού μ’ ένα βουνό που δεν σε υπολογίζει.
Καταρχάς, υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να μην το δεις καν το βουνό. Το Ντενάλι περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κρυμμένο πίσω από σύννεφα, σαν διάσημος που αποφεύγει τους παπαράτσι. Οι παπαράτσι είμαστε εμείς. Ο κόσμος πάει, περιμένει τρεις μέρες, ξοδεύει χιλιάδες δολάρια και φεύγει έχοντας τυπικά βιώσει «καιρό κοντά σ’ ένα βουνό». Κι ακόμα κι όταν το βουνό εμφανίζεται, σου φαίνεται σχεδόν πολύ μακριά για να συνδεθείς συναισθηματικά μαζί του. Δεν θα πλησιάσεις και πολύ. Δεν είμαστε Καλιφόρνια εδώ· στην Αλάσκα μάλλον θα πεθάνεις πάνω στο βουνό.
Η κλίμακα του πάρκου είναι παράλογη μ’ έναν τρόπο που παύει να μοιάζει μεγαλειώδης και αρχίζει να μοιάζει ταλαιπωρία. Τα πάντα είναι απίστευτα απέραντα, απομονωμένα και ακριβά. Δεν «περνάς μια στιγμή» από το Ντενάλι έτσι χαλαρά. Η επίσκεψη στο Ντενάλι θέλει υλικοτεχνική υποστήριξη, σαν του Ναπολέοντα στη Ρωσία. Θέλει σχεδιασμό, και θα τα πας ακριβώς όπως ο Ναπολέοντας στη Ρωσία. Θέλει να αποδεχτείς ότι μια μπάρα δημητριακών κοστίζει πια δεκατέσσερα δολάρια επειδή έφτασε με έλκηθρο σκύλων από… κάπου.
Και η παρατήρηση της άγριας ζωής κάνει κάπως τους ανθρώπους να φαίνονται ακόμα πιο αξιολύπητοι. Στο Ντενάλι ο κόσμος περνάει έξι ώρες συνεχόμενες σ’ ένα λεωφορείο ψιθυρίζοντας «αρκούδα είναι αυτό;» κοιτάζοντας μια μικροσκοπική κουκκίδα που κινείται μέσα από κιάλια αρκετά δυνατά για να εντοπίσουν υποβρύχια. Ναι, Μαίρη, μπορεί να ήταν αρκούδα ή κότα, ποιος στο καλό ξέρει. Ήρθα εδώ μόνο μία φορά. Ωραίο ήταν να το τσεκάρω. Δεν ξαναπάω, αφού ήταν τόσο ταλαιπωρία που μ’ έβαλε ν’ αναρωτηθώ γιατί αγοράσαμε εξαρχής την Αλάσκα. Α, ναι, το πετρέλαιο.