Ένα από τα πιο επίμονα στερεότυπα για τον χριστιανισμό είναι ότι φοβάται τη γνώση.
Η ιστορία είναι γνωστή. Η θρησκεία στηρίζεται στην πίστη. Η επιστήμη στηρίζεται στα τεκμήρια. Η μία ρωτάει, η άλλη καταπνίγει τα ερωτήματα. Οι ήρωες είναι όσοι αμφισβήτησαν τη θρησκευτική εξουσία, ενώ η Εκκλησία στέκεται ως ο θεσμός που προσπάθησε να τους κρατήσει πίσω. Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που στηρίζουν κάποια κομμάτια αυτής της αφήγησης. Η Εκκλησία έχει κάνει λάθη. Κάποιες φορές αντιστάθηκε σε νέες ιδέες. Η υπόθεση του Γαλιλαίου αξίζει τη θέση της στα βιβλία της ιστορίας και είναι το πρώτο που έρχεται στον νου. Το πρόβλημα είναι ότι η ευρύτερη αφήγηση διαβάζει την ιστορία ανάποδα.
Αν ο χριστιανισμός ήταν εκ φύσεως εχθρικός προς τη γνώση…
…τότε συμπεριφέρθηκε με αξιοσημείωτα παράξενο τρόπο για σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια.
Όταν κατέρρευσε η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ευρώπη μπήκε σε μια περίοδο κατακερματισμού και αστάθειας. Οι βιβλιοθήκες χάθηκαν. Οι πόλεις παρήκμασαν. Η πολιτική εξουσία διασπάστηκε. Κι όμως, μέσα σε αυτούς τους αιώνες, τα μοναστήρια έγιναν από τα σημαντικότερα κέντρα διαφύλαξης της γραπτής γνώσης. Οι μοναχοί αντέγραφαν τα χειρόγραφα στο χέρι, γενιά τη γενιά. Διαφύλαξαν τη Γραφή, αλλά διαφύλαξαν και έργα ειδωλολατρών συγγραφέων όπως ο Αριστοτέλης, ο Βιργίλιος, ο Κικέρων και πολλοί άλλοι.
Εδώ κρύβεται μια από τις μεγάλες ειρωνείες της ιστορίας των ιδεών. Πολλοί σύγχρονοι επικριτές του χριστιανισμού γνώρισαν τον αρχαίο κόσμο μέσα από κείμενα που επιβίωσαν επειδή χριστιανικοί θεσμοί τα διαφύλαξαν για αιώνες.
Αυτή η επιλογή δεν ήταν αναπόφευκτη. Η Εκκλησία θα μπορούσε να είχε αντιμετωπίσει την προχριστιανική γραμματεία ως άχρηστα κατάλοιπα ενός ειδωλολατρικού παρελθόντος. Ή ως δαιμονικές επιρροές, όπως θα ήθελε το Χόλιγουντ να φανταζόμαστε αυτούς τους θεοσεβούμενους μοναχούς με το χέρι στην καρδιά. Αντίθετα, πολλοί χριστιανοί πίστευαν ότι η αλήθεια και η σοφία άξιζε να διασωθούν όπου κι αν βρίσκονταν. Ένας καλός χριστιανός μοναχός ΠΟΤΕ δεν θα πετούσε ένα κομμάτι γνώσης, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν για τα πιστεύω του. Πάντα θα το διαφύλαγε, θα προσπαθούσε να το ερμηνεύσει και να το εντάξει στο χριστιανικό πλαίσιο.
Καθώς η Ευρώπη σταθεροποιήθηκε σιγά σιγά, αυτή η πνευματική κουλτούρα διευρύνθηκε. Οι καθεδρικές σχολές και τα θρησκευτικά κέντρα εξελίχθηκαν σε κάτι καινούριο: το πανεπιστήμιο. Τα πρώτα μεγάλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια δεν γεννήθηκαν σε αντίθεση προς τον χριστιανισμό. Γεννήθηκαν μέσα από τον ίδιο τον χριστιανικό πολιτισμό. Η Μπολόνια, το Παρίσι, η Οξφόρδη και αμέτρητα άλλα μεγάλωσαν σε έναν κόσμο που τον είχε διαμορφώσει η Εκκλησία. Η θεολογία συχνά θεωρούνταν ο ανώτατος κλάδος σπουδών, όμως αυτά τα ιδρύματα δίδασκαν επίσης νομική, φιλοσοφία, ιατρική, μαθηματικά και τις ελευθέριες τέχνες.
Το σύγχρονο πανεπιστήμιο δεν είναι απόγονος κάποιας αντιθρησκευτικής εξέγερσης ενάντια στον μεσαιωνικό χριστιανισμό. Είναι ένα από τα ίδια τα δημιουργήματα του χριστιανισμού. Κι αυτό που το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι η θεολογική προϋπόθεση που λειτουργεί κάτω από όλα αυτά.
Η κτίση είναι ορθολογική
Οι χριστιανοί στοχαστές πίστευαν ότι το σύμπαν είναι κατανοητό επειδή το είχε πλάσει ένας κατανοητός Θεός. Η φύση δεν ήταν η ίδια θεία. Ο ήλιος δεν ήταν θεός. Ο κεραυνός δεν ήταν θεός. Τα ποτάμια δεν ήταν θεοί. Η κτίση ήταν πραγματική, τακτική και άξια μελέτης επειδή αντανακλούσε τον ορθό λόγο του Δημιουργού της.
Αυτή η πεποίθηση γεννούσε μια ιδιαίτερη σιγουριά. Αν ο Θεός έπλασε τον κόσμο, τότε η μελέτη του κόσμου δεν ήταν απειλή για την πίστη. Ήταν ένας τρόπος να κατανοήσει κανείς το έργο των χειρών του Θεού.
Αυτό βοηθάει να εξηγήσουμε γιατί τόσες σημαντικές μορφές της επιστήμης δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους πολέμιο της θρησκείας. Ο Κοπέρνικος, που συνέβαλε στη μεταμόρφωση της αστρονομίας, ήταν κανονικός κληρικός. Ο Γκρέγκορ Μέντελ, του οποίου το έργο έθεσε τα θεμέλια της γενετικής, ήταν Αυγουστινιανός μοναχός. Ο Ζορζ Λεμέτρ, ο ιερέας που πρώτος διατύπωσε αυτό που έγινε η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, δεν έβλεπε καμία αντίφαση ανάμεσα στην πίστη του και την επιστήμη του. Ακόμα και ο Ισαάκ Νεύτων αφιέρωσε τεράστια ενέργεια σε θεολογικά ζητήματα παράλληλα με το επιστημονικό του έργο.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν έβλεπαν την επιστημονική έρευνα ως διαφυγή από τον χριστιανισμό. Συχνά την καταλάβαιναν ως μέρος της κλήσης τους να κατανοήσουν τη δημιουργία του Θεού. Ο ίδιος ο Νεύτων αφιέρωσε γύρω στο μισό του συνολικό έργο στη θεολογία, και το ενδιαφέρον του για τη φυσική ήταν απλώς ένας τρόπος να κατανοήσει καλύτερα τη δημιουργία του Θεού.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η σχέση χριστιανισμού και γνώσης ήταν πάντα αρμονική. Οι ανθρώπινοι θεσμοί σπάνια είναι, και ένας θεσμός 2000 ετών που αριθμεί πια σχεδόν ~2,6 δισεκατομμύρια πιστούς ακόμα λιγότερο. Η Εκκλησία κάποιες φορές υπερασπίστηκε κακές ιδέες, αντιστάθηκε στη διόρθωση ή άφησε την εξουσία να γίνει σημαντικότερη από την αλήθεια. Οι χριστιανοί είναι απολύτως ικανοί για πνευματική οκνηρία και δογματισμό. Η ιστορία δίνει άφθονα παραδείγματα και γι' αυτό.
Αυτό που δεν στηρίζει η ιστορική μαρτυρία είναι η ιδέα ότι ο χριστιανισμός είναι εκ φύσεως εχθρικός προς την έρευνα.
Ένας πολιτισμός που διαφύλαξε βιβλία μέσα από αιώνες αστάθειας, έχτισε πανεπιστήμια, συζήτησε φιλοσοφία, ανέπτυξε συστήματα λογιοσύνης και ενθάρρυνε τη μελέτη της φύσης δεν μοιάζει με πολιτισμό που φοβάται τη γνώση. Μοιάζει με πολιτισμό που πίστευε ότι η αλήθεια ανήκει τελικά στον Θεό και άρα δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από την έντιμη διερεύνηση.
Η ειρωνεία είναι ότι σήμερα πολλοί αντιμετωπίζουν την επιστήμη και τον χριστιανισμό ως φυσικούς εχθρούς, τη στιγμή που κάποιοι από τους θεσμούς, τις προϋποθέσεις και τις συνήθειες που βοήθησαν την επιστήμη να ανθίσει γεννήθηκαν μέσα από την ίδια τη χριστιανική πνευματική ζωή.
Μετρώντας όλα τα δόγματα.