Η αμερικανική πολιτική, δικομματική όπως πάντα, μας βάζει συχνά να βλέπουμε τον καπιταλισμό και τη ρύθμιση σαν αντίθετα. Δηλαδή, ή είσαι καπιταλιστής και υπέρ της ελεύθερης αγοράς ή δεν είσαι καπιταλιστής και θες ρύθμιση και το κράτος να αναλαμβάνει τα πάντα. Οι libertarians λένε ότι οι αγορές χρειάζονται ελευθερία από την κρατική παρέμβαση για να λειτουργήσουν. Η προοδευτική πλευρά μιλάει συχνά λες και οι αγορές είναι εξ ορισμού επικίνδυνες και χρειάζονται μια δημοκρατική εξουσία επιβεβλημένη απ' έξω για να τις συγκρατήσει. Και οι δύο εικόνες θεωρούν δεδομένο ότι η ρύθμιση είναι κάτι εξωτερικό ως προς τη ζωή της αγοράς, κάτι που μπαίνει από πάνω της. Νομίζω πως αυτή είναι λάθος αφετηρία.
Η ρύθμιση είναι υποδομή
Η ρύθμιση είναι υποδομή της αγοράς. Δεν μετράει κάθε νομικό πλαίσιο το ίδιο, ούτε κάθε κανόνας βελτιώνει μια αγορά, αλλά καμία αγορά δεν υπάρχει χωρίς κάποια νομική αρχιτεκτονική από κάτω της. Ακόμη και η εντελώς ελεύθερη αγορά χρειάζεται τουλάχιστον νόμους πνευματικής ιδιοκτησίας (αλλιώς ποιος θα έμπαινε στον κόπο να καινοτομήσει, αφού κοστίζει πανάκριβα). Τα συμβόλαια είναι ρύθμιση, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας είναι ρύθμιση, οι κανόνες κατά της απάτης είναι ρύθμιση, οι κανόνες διαφάνειας είναι ρύθμιση. Η ασφάλιση δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ρύθμιση. Δεν είναι αγκάθια που πρέπει να ανεχτούμε, επιβολές πάνω στην ανταλλαγή της αγοράς. Είναι το ίδιο το σύστημα. Μη σκέφτεσαι τη ρύθμιση σαν τα φρένα ενός αυτοκινήτου, αλλά σαν όλα εκείνα τα συστήματα που επιτρέπουν στον κινητήρα (τον καπιταλισμό) να μας πάει προς την ευημερία.
Ένας τρόπος που αστοχεί ο αρρύθμιστος καπιταλισμός είναι η μετατροπή του πλούτου σε πολιτική εξουσία. Στα χαμηλότερα επίπεδα, το επιπλέον κεφάλαιο πάει ακόμη κυρίως σε παραγωγικό ανταγωνισμό: επένδυση, επέκταση, προσλήψεις, παραγωγή, βελτίωση του προϊόντος. Μετά από μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια, όλο και περισσότερο από αυτό το κεφάλαιο αρχίζει να πηγαίνει στην επιρροή των κομμάτων. Πάει σε lobbying, σε regulatory capture, σε δικαστικές διαμάχες σχεδιασμένες να εξαντλήσουν τους πιο αδύναμους αντιπάλους, στη χρηματοδότηση εκστρατειών και στην εξαγορά της ίδιας της πολιτικής πρόσβασης. Σ' εκείνο το σημείο, ο Elon και η παρέα του δεν ανταγωνίζονται πια μέσα στην αγορά, αλλά πληρώνουν τα τσιράκια τους για να κατέχουν τους κανόνες γύρω της, όχι για να βελτιώσουν την αγορά.
Άλλος τρόπος αστοχίας είναι η μαζική φτώχεια και η διάβρωση της αγοράς. Μια αγορά χρειάζεται ευρεία συμμετοχή για να μείνει ζωντανή. Οι άνθρωποι βαθιά μέσα στη φτώχεια δεν αδικούνται μόνο ηθικά από το σύστημα, αλλά και δεν παίρνουν ρίσκα, δεν τοποθετούνται στις πιο αποδοτικές δουλειές που θα μπορούσαν να κάνουν, ξοδεύουν την ενέργειά τους απλώς προσπαθώντας να επιβιώσουν. Και καταναλώνουν λιγότερο, αποταμιεύουν λιγότερο, επενδύουν λιγότερο και έχουν μικρότερη δυνατότητα να αναλάβουν παραγωγικό ρίσκο. Η εργασία και οι δυνατότητές τους αξιοποιούνται άσχημα. Η συνολική ζήτηση αδυνατίζει. Το επιχείρημα υπέρ μιας πολιτικής κατά της φτώχειας είναι εν μέρει ηθικό, αν το θες έτσι. Είναι όμως και επιχείρημα λειτουργίας της αγοράς. Ένα καπιταλιστικό σύστημα που αφήνει πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού ανίκανο να συμμετέχει ουσιαστικά, βλάπτει την ίδια του την καταναλωτική βάση και την ίδια του τη δεξαμενή ταλέντου. Έχουμε άφθονο φαγητό και εισόδημα ώστε να εξασφαλίσουμε σε όλους ένα ελάχιστο επίπεδο, και όταν λύσουμε αυτό το πρόβλημα, οι περισσότεροι θα εξακολουθούν να θέλουν περισσότερα και θα δουλεύουν γι' αυτά, παραδόξως πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι όταν απλώς προσπαθούν να επιβιώσουν.
Ναι, υπάρχουν ένα σωρό παραδείγματα για το πώς η ρύθμιση μπορεί να διαφθαρεί ή να μπει εμπόδιο. Οι ρυθμιστικές αρχές μπορεί να ελεγχθούν από τους κλάδους που υποτίθεται ότι αστυνομεύουν. Το κόστος συμμόρφωσης μπορεί να γίνει μια τάφρος που οι μεγάλοι παίκτες την αντέχουν και οι μικρότεροι όχι. Όμως αυτό δεν είναι επιχείρημα κατά της ρύθμισης. Όταν χαλάσουν κάποια κομμάτια στο αυτοκίνητό σου, δεν αποφασίζεις απλώς ότι δεν τα χρειαζόσουν ποτέ. Τα ψάχνεις, τα φτιάχνεις, τα αλλάζεις. Δεν τα βγάζεις απλώς και περιμένεις το αυτοκίνητο να συνεχίσει να κινείται. Οι νόμοι τροποποιούνται. Οι αρχές μπορούν να εναχθούν. Οι κανόνες μπορούν να καταργηθούν, να ξαναγραφτούν, να εκτεθούν και να γίνουν αντικείμενο δημόσιας διαμάχης. Όταν οι κυρίαρχες εταιρείες κατέχουν και την αγορά και τα μέσα που διαμορφώνουν τους όρους της, η μόχλευση εναντίον τους είναι μικρότερη και η ορατότητα χειρότερη.
Οι σκανδιναβικές χώρες
Εκεί έχει σημασία και η σκανδιναβική σύγκριση, αν τη χειριστείς προσεκτικά. Δεν αποδεικνύει ότι περισσότερη ρύθμιση φέρνει πάντα καλύτερα αποτελέσματα. Δείχνει όμως ότι η εκτεταμένη ρύθμιση και οι ανταγωνιστικές αγορές δεν είναι φυσικοί εχθροί. Αρκετές σκανδιναβικές οικονομίες διατηρούν μεγαλύτερο ρυθμιστικό κράτος απ' ό,τι θα προτιμούσαν οι αγγλοαμερικανοί libertarians, και παρ' όλα αυτά κατατάσσονται καλά στην ανταγωνιστικότητα, στην ποιότητα εισόδου στην αγορά και στη θεσμική εμπιστοσύνη με βάση κοινούς διεθνείς δείκτες. Το ίδιο και η Σιγκαπούρη, ακόμη η πιο επιτυχημένη ασιατική χώρα και η πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις χώρα στον πλανήτη. Η κυβέρνησή της έχει πανίσχυρους νόμους και παρεμβαίνει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ. Το θέμα είναι ότι το σύνθημα «η ρύθμιση σκοτώνει τον ανταγωνισμό» είναι πολύ απλοϊκό για να επιβιώσει στην επαφή με τον πραγματικό κόσμο.
Μη στηρίζεις την πολιτική σου σκέψη σε memes. Το να είσαι καπιταλιστής, να είσαι ένθερμος υπέρμαχος της αγοράς, δεν σημαίνει ότι γίνεσαι καρικατούρα και επαναλαμβάνεις «ελεύθερη αγορά» παντού, ενάντια σε κάθε ρύθμιση ή έλεγχο. Ο καπιταλισμός χωρίς πραγματική ρυθμιστική υποδομή δεν μένει καθαρός, δυναμικός και αξιοκρατικός για πολύ. Γλιστράει προς ένα σύστημα όπου οι πλουσιότεροι παίκτες αγοράζουν τον διαιτητή, ξαναγράφουν το κανονιστικό πλαίσιο και μετά αποκαλούν το αποτέλεσμα ελευθερία της αγοράς. Αυτό δεν είναι πιο ελεύθερη αγορά. Είναι απλώς ιδιωτική εξουσία με καλύτερο branding. Αυτό ήταν το μάθημα που προσπάθησε να μας διδάξει το επιτραπέζιο Monopoly και απέτυχε.
Στην έρευνα για τη σχέση ανάμεσα στη συγκέντρωση πλούτου και στην επιρροή στην πολιτική περιλαμβάνεται και η μελέτη των Martin Gilens και Benjamin Page, «Testing Theories of American Politics» (2014). Η αιτιακή ερμηνεία παραμένει αμφισβητούμενη, αλλά η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ισχύ των ελίτ και στις πολιτικές αποφάσεις είναι καλά τεκμηριωμένη.
Οι σκανδιναβικές οικονομίες κατατάσσονται τακτικά ψηλά στην ανταγωνιστικότητα, στην ποιότητα εισόδου στην αγορά και στη θεσμική ακεραιότητα, παρότι διατηρούν μεγαλύτερο ρυθμιστικό κράτος από πολλές αγγλοαμερικανικές οικονομίες. Η σύγκριση πρέπει να διαβαστεί ως αντιπαράδειγμα στον χονδροειδή ισχυρισμό της αντίστροφης σχέσης, όχι ως καθαρή αιτιακή απόδειξη.