Μία από τις πιο αποτελεσματικές αφηγήσεις στην αμερικανική πολιτική είναι να πείθεις τους απλούς επαγγελματίες ότι ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους δισεκατομμυριούχους. Ένα ζευγάρι που βγάζει 220.000$ τον χρόνο σε μια μεγάλη πόλη εξακολουθεί να εξαρτάται από μισθούς. Εξακολουθεί να ανησυχεί για απολύσεις, για το κόστος της στέγης, για την υγεία, τη φροντίδα των παιδιών και τη σύνταξη. Δεν μπορεί να αγοράσει πολιτική επιρροή. Δεν μπορεί να κινήσει τις αγορές. Δεν μπορεί να επιβιώνει επ' αόριστον από περιουσιακά στοιχεία που ανατιμώνται, δανειζόμενο πάνω σ' αυτά με φορολογική ευελιξία. Δεν ζει στην ίδια οικονομική πραγματικότητα με κάποιον που έχει 30 δισεκατομμύρια. Πόσο μάλλον με κάποιον που έχει 600 δισεκατομμύρια.
Αυτή είναι μια ξεχωριστή τάξη. Τα ίδια τα στοιχεία της Federal Reserve δείχνουν ότι το ανώτατο 0,1% ελέγχει πλέον γύρω στο 14% του συνολικού πλούτου των αμερικανικών νοικοκυριών. Το ανώτατο 1% ελέγχει περίπου το ένα τρίτο. Και ακόμη και μέσα στο ανώτατο 1%, τα κέρδη συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο στην απόλυτη κορυφή. Η βαθμίδα των δισεκατομμυριούχων αποσπάται από όλους τους από κάτω, ακόμη και από τους εύπορους επαγγελματίες. Πολιτικά όμως αυτές οι διακρίσεις θολώνουν επίτηδες.
Τη στιγμή που κάποιος προτείνει υψηλότερους φόρους στους δισεκατομμυριούχους, η συζήτηση μετατοπίζεται αμέσως προς τους οδοντίατρους, τους μηχανικούς, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες ή τις οικογένειες που βγάζουν κάτω από τα έξι ψηφία σε ακριβές πόλεις. Η Αμερική μιλάει σαν ένας νευροχειρουργός και ένας δισεκατομμυριούχος του private equity να είναι, στην ουσία, γείτονες της ίδιας ταξικής κατηγορίας. Δεν είναι.
Κι ο λόγος που πιάνει αυτό το πλαίσιο είναι ότι οι Αμερικανοί είναι ασυνήθιστα δεμένοι με τη φαντασίωση του μελλοντικού πλούτου. Ο κόσμος υπερεκτιμά συστηματικά τις πιθανότητές του να γίνει πλούσιος. Έτσι οι συζητήσεις για τους φόρους συνήθως δεν αφορούν την τωρινή πραγματικότητα, αλλά την υπεράσπιση της πιθανής διαδρομής προς τον φαντασιακό μελλοντικό εαυτό-δισεκατομμυριούχο (ή τουλάχιστον πολυεκατομμυριούχο).
Γι' αυτό σχεδόν κάθε απόπειρα αναδιανομής του ακραίου πλούτου παρουσιάζεται ως «σοσιαλισμός», ακόμη κι όταν οι πολιτικές που συζητούνται θα άφηναν τον συνηθισμένο καπιταλισμό εντελώς ανέπαφο. Ακόμη κι αυτές οι πολιτικές συνήθως ανοίγουν την πόρτα για να γίνουμε όλοι μας πολυεκατομμυριούχοι. Για σκέψου το: αν τόσο λίγοι συσσωρεύουν τόσο πολύ πλούτο, πώς ακριβώς φαντάζεσαι ότι θα βγάλεις τα εκατομμύριά σου; Από πού.
Ιστορικά, οι ΗΠΑ είχαν πολύ υψηλότερους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές (ακόμη και έως 90%, αν και αυτό παρακαμπτόταν εύκολα μέσω παραθύρων στον νόμο) σε περιόδους που οι Αμερικανοί σήμερα εξιδανικεύουν ως χρυσές εποχές της μεσαίας τάξης. Το επιχείρημα δεν αφορά στ' αλήθεια το αν πρέπει να υπάρχουν αγορές. Αφορά το αν επιτρέπεται στις δημοκρατικές κοινωνίες να βάζουν όρια στη συγκέντρωση του πλούτου, πριν αυτή μετατραπεί σε μια μορφή ιδιωτικής διακυβέρνησης.
Γιατί μόλις οι περιουσίες φτάσουν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα, παύουν να συμπεριφέρονται σαν ιστορίες προσωπικής επιτυχίας κι αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν θεσμοί. Κι αυτό είναι το κομμάτι που η αμερικανική πολιτική παλεύει πιο σκληρά να κρύψει. Σχεδόν όλος ο κόσμος σ' αυτή τη χώρα ζει ακόμη μέσα στη φυσιολογική οικονομία, είτε βγάζει 50.000$ είτε 500.000$. Η τάξη των δισεκατομμυριούχων λειτουργεί όλο και πιο πολύ πάνω από αυτήν.